There are no translations available.

Υπάρχει, άραγε, κάποιο κρίσιμο ποσοστό υποστηριχτών μίας θέσης ή ιδέας, σε σχέση με το σύνολο του πληθυσμού ή περαιτέρω κάποιος απόλυτος αριθμός ανθρώπων που μετατρέπει αυτόματα την όποια ιδέα σε αξίωμα; Πολλώ δε μάλλον, είναι ικανός ο αριθμός αυτός να καταστήσει την παραπάνω ιδέα απροσπέλαστη κριτικής και επιχειρημάτων που αντιτίθενται σε αυτή; Τα ερωτήματα αυτά γεννώνται έπειτα από τις μαζικές συγκεντρώσεις που πραγματοποιήθηκαν  στην πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα όπως και σε άλλα κεντρικά σημεία πόλεων της ελληνικής επικράτειας.

Στη συντριπτική πλειοψηφία τους τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, αντιμετώπισαν διθυραμβικά το γεγονός παρουσιάζοντας τη στάση των διαδηλωτών ως «αφυπνιστική» για τον ελληνικό λαό. Ως συνήθως, η διαφορετική άποψη, εξισώνεται με προδοσία στα νεφελώδη, κατά τα λοιπά, αιτήματα της πλειοψηφίας. Αντιθέτως, δεν προκάλεσαν ιδιαίτερη αίσθηση οι εναγκαλισμοί πολιτικών, δημοσιογράφων, διανοούμενων και άλλων προσώπων με δυνατότητα δημόσιας παρέμβασης, απέναντι στους «Αγανακτισμένους». Εξαίρεση για ωφελιμιστικούς σκοπούς, αποτελεί το Κομουνιστικό Κόμμα Ελλάδας από το οποίο δεν εκπορεύεται το συγκεκριμένο κίνημα, άρα εν πολλοίς, ανταγωνίζεται την δική του ελεγχόμενη «επαναστατικότητα».

Παρά τη σύμπνοια των συναθροισμένων πολιτών, στον τρόπο με τον οποίο εξέφρασαν και εκφράζουν την απείθεια τους έναντι του πολιτικού συστήματος (διαδηλώσεις, συνθηματολογία, ανάρτηση πανό κ.ά.), εκθειάστηκε από τα μέσα, ο πλουραλισμός απόψεων, που εγκολπώνονται στη συγκέντρωση. Περίπου όλοι οι συμμετέχοντες, συγκλίνουν στην αντίθεση τους έναντι συγκεκριμένων θεσμών, χωρίς όμως να προωθούν μια ενιαία και εφαρμοστέα πρόταση, που ενδεχομένως θα προκρινόταν, εάν επιτυγχάνετο η ανατροπή του πολιτικού σκηνικού. Αν μη τι άλλο, με αυτό τον τρόπο, το κίνημα, εμφανίζει μία εξόχως ανώριμη στάση, καθώς οι βραχυπρόθεσμες επιδιώξεις του, μπορούν – απουσία απτών προτάσεων – να αφήσουν τη χώρα μετέωρη, μεσοπρόθεσμα ή και μακροπρόθεσμα. Παρόμοια φαινόμενα, αφθονούν στην παγκόσμια ιστορία, ενώ η ίδια η Ελλάδα έχει βιώσει στο παρελθόν καταστάσεις χαώδους ακυβερνησίας ή αναποτελεσματικής διακυβέρνησης.

Από την άλλη πλευρά, η σημερινή κατάσταση της χώρας, είναι εξαιρετικά δυσχερής και το βιοτικό επίπεδο των πολιτών υφίσταται μία άνευ προηγουμένου συρρίκνωση, όμοια της οποίας δεν παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, όπου η βελτίωση των οικονομικών δεικτών σε ιδιωτικό επίπεδο, ήταν ο κανόνας (σε αντιδιαστολή με τους σχεδόν μονίμως ελλειμματικούς προϋπολογισμούς του κράτους και το αυξανόμενο χρέος). Είναι φανερό δε, ότι το τρέχον πολιτικό καθεστώς και οι δομές γύρω από αυτό, έχουν υπερβεί τα όριά τους· ως εκ τούτου αποτελεί αίτημα επείγουσας σημασίας, η εκ βάθρων κατεδάφισή του, με την απαραίτητη προϋπόθεση, να έχει προηγηθεί η σχεδίαση της διάδοχης πολιτικής κατάστασης. Μία απλή αποπομπή του υπάρχοντος πολιτικού προσωπικού ή η κατάλυση των δεδομένων πολιτικών θεσμών, χωρίς μνεία για την επόμενη μέρα, θα οδηγούσε σε καταστροφικά αποτελέσματα, τα περισσότερα από τα οποία θα ήταν πρακτικής φύσεως και κομβικής σημασίας για την επιβίωση των πολιτών.

 

Νέο πολίτευμα με ρηξικέλευθο Σύνταγμα

Υπό αυτό το πρίσμα, το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει η πλειοψηφία, μπορεί να αποτελέσει τη «μαγιά», για τη δημιουργία ενός νέου αποτελεσματικότερου πολιτεύματος, μέσω της συγγραφής ενός ρηξικέλευθου Συντάγματος, με έμφαση στην ορθολογική λειτουργία του κράτους, ενός κράτους συντονιστή και όχι διεκπεραιωτή. Ταυτόχρονα όμως, το αδιέξοδο αυτό, μπορεί να οδηγήσει μέρος των πολιτών, σε επικίνδυνες ατραπούς, λόγω της επιρροής που επιχειρούν να ασκήσουν, οι δυνάμεις του διαβρωτικού λαϊκισμού, ακόμη και σήμερα, παρά την αποκρουστική εικόνα της χώρας. Δημόσια πρόσωπα, που καταχρώνται επί έτη ή και δεκαετίες το δημόσιο λόγο, προσποιούνται, πως συμμερίζονται τις ανησυχίες του «λαού», προσφωνούν λογύδρια και μεταθέτουν τις ευθύνες απανταχού πλην των πολιτών, οι οποίοι οφείλουν να αδράξουν την ευκαιρία, τη δεδομένη χρονική συγκυρία και να αναθέσουν σε καινοτόμους και ικανούς ανθρώπους το δύσκολο έργο της οικοδόμησης ενός νέου κατ’ ουσία και κατ’ εικόνα κράτους.

Ο δρόμος προς την κατεύθυνση της αναδιάταξης του κράτους, κάθε άλλο παρά εύκολος φαντάζει. Προϋποθέτει σαφή και επί της ουσίας καταμερισμό αρμοδιοτήτων μεταξύ των ανεξάρτητων εξουσιών, οριοθέτηση της κρατικής παρέμβασης, ήτοι περιορισμένη και ευέλικτη κρατική μηχανή, απαγκιστρωμένη από επιχειρηματικές δραστηριότητες και εκχωρήσεις αδιανόητων προσόδων («πελατειακές» σχέσεις), παραχώρηση κοινωνικής και οικονομικής ελευθερίας σε όλα τα μέλη της κοινωνίας (διαχωρισμός κράτους – Εκκλησίας, άρση επαγγελματικών προνομίων) και άλλες απαραίτητες ρυθμίσεις, που θα καταρτιστούν από συντακτική συνέλευση αποτελούμενη από ανθρώπους με συγκεκριμένες προτάσεις. Η ομάδα των συντακτών, μπορεί να σχηματιστεί, είτε έπειτα από εκλογές που θα προκηρυχτούν για το σκοπό αυτό, κατόπιν και της απαίτησης των πολιτών, είτε να προκύψει από το ίδιο το κίνημα εάν αυτό κατορθώσει να συσπειρώσει τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών και όχι απαραίτητα με τη μορφή αέναων παλλαϊκών διαδηλώσεων με αβέβαιη, ίσως, κατάληξη.

Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να τονιστεί, η ευθύνη της πνευματικής κοινότητας, που απείχε εκκωφαντικά από τα πραγματικά προβλήματα, στο μεγαλύτερο διάστημα της Μεταπολίτευσης, με ελάχιστες εξαιρέσεις, αφού προτίμησε να αναλώνεται σε αστήρικτες κατηγορίες εναντίον κάποιας ακαθόριστης οικονομικής και πολιτικής ελίτ που βάλει τον Έλληνα και τη χώρα. Στην πραγματικότητα, οφείλεται στην ανευθυνότητα της πνευματικής ελίτ, ο αποπροσανατολισμός των πολιτών μιας χώρας σαν την Ελλάδα, όπου οι άνθρωποι στην πλειοψηφία τους σκέφτονται αριστερά ή πατριωτικά, αλλά διαπρέπουν όταν συμπεριφέρονται καπιταλιστικά ή ως κοσμοπολίτες. Μια πραγματικά επώδυνη αντινομία, που αποτρέπει τις δημιουργικές δυνάμεις της χώρας να εργαστούν και να προοδεύσουν, αποτινάσσοντας τη διαχρονική εσωστρέφεια που χαρακτηρίζει τη μεταπολιτευτική Ελλάδα.

Συμπερασματικά, καθίσταται σαφές ότι, αφενός η αποτελεσματική εξουδετέρωση των παθογενειών που ταλανίζουν το ελληνικό κράτος και αφετέρου η επίτευξη της εξόδου από την τρέχουσα οικονομική και κοινωνική κρίση, είναι δυνατόν να επιτευχθούν, μονάχα διαμέσου ορθολογικών πρωτοβουλιών των πολιτών, μακριά και πέρα από τις αγκυλώσεις και τη συνθηματολογία του παρελθόντος που παρέσυρε εν τέλει τη χώρα στην παρούσα κατάσταση. Μέχρι στιγμής, φαντάζει ότι η νέα προσπάθεια των «Αγανακτισμένων» κινείται με κριτήρια αριθμητικής συμμετοχής και ευρηματικούς τρόπους έκφρασης της κατανοητής, κατά τα λοιπά, δυσφορίας. Ίσως στο άμεσο μέλλον, θα πρέπει το κίνημα αυτό να πάψει να αναλώνεται με το πλήθος των πολιτών που προσελκύει και να αρχίσει να ενδιαφέρεται με ουσιαστικό τρόπο για την ποιότητα των προτάσεων που κομίζει στα πλαίσια της ριζικής πολιτικής μεταστροφής της χώρας. Έχει τη δυνατότητα να το επιτύχει και τότε η πλατεία Συντάγματος θα δικαιώσει, αναμφισβήτητα την ονομασία της… J!

Ιωάννης Καραμπλιάς, τεταρτοετής φοιτητής του τμήματος Πολιτικών Μηχανικών στην Πολυτεχνική σχολή του Πανεπιστημίου Πατρών