There are no translations available.

Ένα απόγευμα, στον καιρό της κρίσης, στην Ομάδα Ανώνυμων Αυτοθεραπευόμενων Τζογαδόρων του ΚΕΘΕΑ Άλφα, ο Β. δέχεται τις παραινέσεις της ομάδας να συνεχίσει και να μην «σπάσει»˙ είναι το αγαπημένο παιδί της, όλοι λένε γι’ αυτόν μια καλή κουβέντα. Λίγο πριν, παραδεχόταν πως δεν μπορεί άλλο να ακολουθήσει το πρόγραμμα απεξάρτησης, πως το μυαλό του δεν γίνεται να ξεκολλήσει από τον τζόγο. «Δεν θέλω να πιστέψω πως είμαι ένα ελαττωματικό προϊόν», λέει εμφανώς καταβεβλημένος σε όλους, στο τέλος της συνεδρίας.

Του Χρήστου Σύλλα - This e-mail address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it

Πολλοί μιλούν για το τέλος των επαναστάσεων˙ δεν είναι ακριβώς έτσι, επαναστάσεις υπάρχουν και ξετυλίγονται καθημερινά, χωρίς τυμπανοκρουσίες και χωρίς να βρίσκονται στην επικαιρότητα. Σε μια κοινωνία που εκπαιδεύεται στο να παίζει στοιχήματα πάσης φύσεως, είναι πλέον αντικομφορμιστικό να μην παίξεις, είναι τουλάχιστον επαναστατικό να απεξαρτηθείς. Η διαφήμιση της Τύχης έχει αγοράσει χρόνο, χώρο και κυρίως ανθρώπους: σε περιοδικά και εφημερίδες, σε εξειδικευμένα έντυπα, σε τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά σποτ˙ με δικό της, εννοείται, κανάλι - το «κανάλι του στοιχήματος». Το πρόσωπο της κρίσης έχει κάτι από το πρόσωπο του τζόγου: είναι παντού, σε δρόμους, αφίσες, διαφημιστικές πινακίδες, λεωφορεία. Το 42% του πληθυσμού (εκτιμώμενος αριθμός: 3.710.711 άτομα) ξοδεύει χρήματα μηνιαίως σε τυχερά παιχνίδια, λέει έρευνα της VPRC. Ο τζόγος έχει καταλάβει πολύ χώρο˙ αργά το βράδυ μας καληνυχτίζουν «ενδιαφέροντα» τραπέζια με τσόχα.

Είναι συγκλονιστική η ατομική προσπάθεια για απεξάρτηση. Και δείχνει πολύ ελπιδοφόρα όταν συγκροτείται και καθρεφτίζεται στην ομάδα. Οι συλλογικές δυνάμεις αφύπνισης που αναδύονται εκεί λέγονται με μία λέξη ανθρωπιά. Το να βλέπεις «τον εαυτό» σου απέναντι, σε διευκολύνει να τον σώσεις. Όλοι αντλούν δύναμη από τους γύρω, αντανακλούν μια ασύλληπτη εικόνα αυστηρότητας με ευαισθησία.

Ζητάνε το λόγο με ευγένεια και μετά εκτίθενται: μιλάνε με ικανοποίηση για τα μικρά βήματα που κάνουν ενώ την ίδια στιγμή παραμένουν προσγειωμένοι - ξέρουν ότι ο δρόμος είναι μακρύς. Αν «μαλώσουν» δεν θα είναι για να αμυνθούν, το αντίθετο: γίνονται υπέρμαχοι της προσπάθειας του άλλου, διαμαρτύρονται όταν ακούν κάποιον να υποχωρεί, να τα παρατάει. Η Ε. είπε στην προηγούμενη συνεδρία ότι τα πράγματα δεν πάνε καλά, νιώθει πως δεν έχει άλλο κουράγιο˙σκέφτηκε πως αν αυτοκτονήσει, δεν  θα είναι βάρος στην οικογένειά της. «Η Ε. με στενοχώρησε πολύ την προηγούμενη φορά», θα πει στην ομάδα ο Α. «Θέλω να μου υποσχεθεί ότι θα το βγάλει από το μυαλό της».

Ναι, υπάρχουν πολλά σκυμμένα κεφάλια, κάποιος μάλιστα με ιστορικό στις τοξικές ουσίες περιέγραψε το «κόλλημα» του με τον τζόγο ως ό,τι «χειρότερο» υπάρχει. «Τότε δεν είχα συνείδηση, τώρα όμως είναι πραγματική κόλαση - ενώ είμαι στα καλά μου, δεν μπορώ να αποφύγω τη σκέψη για να παίξω». Ο πυρήνας του προβλήματος είναι κοινός, όλοι το γνωρίζουν, το παραδέχονται: το μυαλό τους εγκλωβίζεται στα χαρτιά, στο στοίχημα, στο δελτίο, στα νούμερα που βγαίνουν στις οθόνες˙ μέσα σε πρακτορεία που ανθρώπινα ομοιώματα περιμένουν κάτι που σίγουρα δεν θα ‘ρθει.

Ο σημερινός άνθρωπος - παίκτης, είναι ασθενικός και θλιμμένος˙ περάστε έξω από ένα πρακτορείο, σταθείτε λίγο και κοιτάξτε για δύο λεπτά - θα καταλάβετε.

«Ο τζόγος, τα τυχερά παίγνια υπάρχουν από αρχαιοτάτων χρόνων»: κάθε εξήγηση για το φαινόμενο ξεκινά μ’ αυτό το «κλισέ». Οι ιστορικές του καταβολές του τζόγου μοιάζουν να τον θεοποιούν, τον καθιστούν εγγενές στοιχείο της ανθρώπινης φύσης - υπό αυτήν την έννοια, είναι μάταιο κάποιος να αντισταθεί. «Είναι ένα κομμάτι της κοινωνικής μας ζωής για το οποίο, ωστόσο, χρειάζεται να ξέρουμε ότι οδηγεί σε εθισμό», λέει ο Jack Stanton επικεφαλής του Ελληνικού Κέντρου Διαπολιτισμικής Ψυχιατρικής και Περίθαλψης.

«Δεν χρειάζεται δαιμονοποίηση», καθησυχάζει η «φράξια» των ψύχραιμων, «ο τζόγος έχει τη δυνατότητα να κοινωνικοποιεί». Σωστά, φαίνεται σε κάθε ενέργεια προώθησης των παιχνιδιών του ΟΠΑΠ και άλλων εταιρειών τυχερών παιχνιδιών - το στοίχημα είναι κυρίως «ζήτημα παρέας». 
«Πιστεύετε ότι ο τζόγος κοινωνικοποιεί», ρωτάμε τον Αντώνη Πάριο, κοινωνικό λειτουργό και υπεύθυνο του ΚΕΘΕΑ Άλφα. «Φαντασιωτικά, το κάθε άτομο μπορεί να νομίζει ότι κοινωνικοποιείται, ναι. Στην πραγματικότητα όμως, αυτός που είναι εξαρτημένος θα πάει στο πρακτορείο, θα δαπανήσει χρόνο και χρήματα για να ‘μελετήσει’ το στοίχημά του και στο τέλος θα είναι μόνος του, μαζί με το ατομικό του δελτίο. Εκεί, υπάρχει μοναξιά».

«Υπάρχουν διάφορα σκεπτικά της ενασχόλησης με τα τυχερά παιχνίδια», εξηγεί ο Γεράσιμος Προδρομίτης, Αναπληρωτής Καθηγητής     Πειραματικής Κοινωνικής Ψυχολογίας, στο Τμήμα Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Έχοντας ερευνήσει την κοινωνιο-ψυχολογική πραγματικότητα του ζητήματος, ο κ. Προδρομίτης επισημαίνει ότι τα τυχερά παιχνίδια αποτελούν μονοδιάστατα περιβάλλοντα όπου το άτομο δημιουργεί συγκεκριμένους κώδικες αντίληψης: «Οι παίκτες θεωρούν ότι βελτιώνουν τις γνώσεις τους σε κάθε παιχνίδι, δοκιμάζουν τις επιλογές τους, θεωρούν το παίξιμο καλή ευκαιρία για κοινωνικές σχέσεις ενώ την ίδια στιγμή αισθάνονται άσχημα αν αναγκάζονταν να μην παίξουν», λέει ο κ. Προδρομίτης και καταλήγει: «Μιλάμε για έναν άνθρωπο που βρίσκεται σε υπερένταση αφού διεγείρονται τόσο οι βιολογικοί όσο και οι γνωστικοί του μηχανισμοί˙ ενώ εισπράττει ματαιώσεις (σ.σ: χάνει), συνεχίζει διότι ζει συνεχώς με ‘ψευδαισθήσεις ελέγχου’».

Είναι το σημείο που εντοπίζεται η παθολογική ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια. Το άτομο δεν μπορεί να θέσει όριο στο «παιχνίδι» του καθώς αφιερώνεται ολοκληρωτικά σ΄αυτό˙ σχεδιάζει τρόπους για να βρει χρήματα και να στοιχηματίσει, διακινδυνεύοντας τις κοινωνικές και οικονομικές του ισορροπίες. Μιλάμε για το τελευταίο στάδιο ενός παίκτη που εξαθλιωμένος πια, παύει να «κοινωνικοποιείται» - αφήστε που πλέον δεν συμβάλει στην οικονομική βιωσιμότητα των εταιρειών που διοργανώνουν τα παιχνίδια.

Οι εταιρείες δεν θέλουν εθισμένους παίκτες

Οι πελάτες, βλέπετε, έχουν πάντα δίκιο και πρέπει να έχουν την υγειά τους. Οι συνηθισμένοι παίκτες αποτελούν την συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού (παίζουν μια-δυο φορές τον χρόνο) και οι συστηματικοί παίκτες (μια-δυο φορές την εβδομάδα). Και οι δύο αυτές κατηγορίες, σχολιάζουν οι ειδικοί, έχουν συνείδηση του παιχνιδιού τους, δεν εμφανίζουν σημάδια παθολογίας. «Οι εταιρείες τυχερών παιχνιδιών δεν θέλουν ανθρώπους οι οποίοι είναι εθισμένοι διότι αυτοί οι άνθρωποι στερεύουν οικονομικά εύκολα και γρήγορα, άρα παύουν να είναι πελάτες. Τα κέρδη των εταιρειών τυχερών παιχνιδιών προέρχονται από τον ευρύτερο πληθυσμό που δεν εμφανίζει τέτοια προβλήματα», σχολιάζει ο Jack Stanton για να προσθέσει: «Γι’ αυτό δεν πρέπει να κατηγορήσουμε όσους επιδιώκουν να διασκεδάσουν μέσα από αυτήν τη διαδικασία, την αναζήτηση ρίσκου και το συναρπαστικό ανεβο-κατέβασμα της αδρεναλίνης». Καμία αντίρρηση, αναφαίρετο δικαίωμα του ατόμου.

«Ωστόσο, στο όνομα της ανοιχτής κοινωνίας των πολλαπλών δυνατοτήτων και της δεκτικότητας του ατόμου  σε εμπειρίες και συγκινήσεις, το άτομο μένει πολλές φορές ακάλυπτο», αντιτάσσει ο κ. Προδρομίτης. «Αν η κοινωνία αναγνωρίζει τις παθογένειες που μπορεί να επιφέρει ο τζόγος και η δυναμική του, θα μπορούσε να δείξει κάποια απαξίωση σ’ αυτόν», καταλήγει. Από την πλευρά της η πολιτεία, με τα δικά της «λόγια» και ειδικότερα με τις προβλέψεις του πρόσφατου νομοσχεδίου που έφερε στη Βουλή πιστεύει ότι η ρύθμιση της αγοράς θα είναι οικονομικά αποδοτική και κοινωνικά ευεργετική με «τη δημιουργία κατάλληλων ρυθμιστικών, εποπτικών και ελεγκτικών μηχανισμών ώστε να διατηρηθεί σε ανεκτά επίπεδα η συμμετοχή των πολιτών στα τυχερά παίγνια και να αποτραπεί η εκ μέρους τους υπέρμετρη σπατάλη χρημάτων».

Η «Κίνηση Πολιτών για τον Περιορισμό των Τυχερών Παιγνίων» έχει αντίθετη άποψη. Θεωρεί ότι οι κρατικές επαγγελίες για απελευθέρωση της αγοράς και άντλησης εσόδων δεν στηρίζονται σε βάσιμες μελέτες αλλά σε εκτιμήσεις αμφιβόλου εγκυρότητας. Η οργάνωση επιχειρηματολογεί κατά του νομοσχεδίου λέγοντας ότι με την είσοδο 30.000 VLT’s (βιντεολόττο) αυξάνεται η προσβασιμότητα σε χιλιάδες νέα σημεία, γεγονός που ενισχύει τον εθισμό στον τζόγο και κατά συνέπεια πλήττει την ευρύτερη οικονομική δραστηριότητα (μείωση αγοραστικής δύναμης – πτώση τζίρου επιχειρήσεων – απολύσεις). Διεθνείς έρευνες, για παράδειγμα, απέδειξαν ότι 80 εκατ. δολάρια αφαιρούνταν από την οικονομία για κάθε VLT που είχε εγκατασταθεί, ενώ την ίδια στιγμή οι πόροι που απορροφούσε το κάθε μηχάνημα συνδέονταν με την απώλεια μίας θέσης εργασίας τον χρόνο.

«Αν δούμε αυτό το νομοσχέδιο σε σχέση με το Μνημόνιο, θα δούμε ότι η κυβέρνηση δεν ενδιαφέρεται να ελέγξει την ποιότητα των μέσων που χρησιμοποιεί για έσοδα», λέει ο Κωνσταντίνος Μελάς, οικονομολόγος και εξηγεί: «Δεν υπάρχει καμία κοινωνική ευθύνη στο πώς θα αντλήσει έσοδα. Τα προηγούμενα χρόνια δεν φορολόγησε όπως θα έπρεπε τα μεγάλα εισοδήματα και, τώρα, σε περίοδο κρίσης, δημιουργεί συνθήκες για να πάρει χρήματα από τα χαμηλά και μεσαία στρώματα˙ πρόκειται για την λεγόμενη, κατά τους στατιστικολόγους, ‘φορολογία των ηλιθίων’˙ χρήματα που επιστρέφουν σε λίγους και δεν επανεπενδύονται».

Την ίδια στιγμή, «τα επαγγέλματα της μουτζούρας», όπως αποκαλούνται τα επαγγέλματα χαμηλών εισοδηματικών τάξεων, είναι ο στόχος των εταιρειών διοργάνωσης στοιχημάτων. Όλες οι ενέργειες marketing  στοχεύουν στη δημιουργία ταυτίσεων του παιχνιδιού με τους ανθρώπους από αυτά τα επαγγέλματα. Γι’ αυτό γίνονται πιο επιρρεπείς˙ όταν το εισόδημά τους συρρικνώνεται, σε μια κοινωνία χωρίς αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας, ο τζόγος αποτελεί σίγουρο καταφύγιο. Τέτοιες συμπεριφορές είναι το αποτέλεσμα μιας ευρύτερης κοινωνικο-οικονομικής πραγματικότητας. Η ψυχολογία του ατόμου-παίκτη είναι η μικρογραφία του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ενός συστήματος που έχει διαγράψει την έννοια του μακροχρόνιου οφέλους και έχει θεοποιήσει το άμεσο και εύκολο κέρδος.

«Είναι μια πραγματικότητα, ιδίως τα τελευταία 20-25 χρόνια. Μετά την πτώση του Bretton - Woods και στα τέλη της δεκαετίας του ’90 -με την κατάργηση, από τον Μπιλ Κλίντον, του διαχωρισμού επενδυτικών και ‘κλασικών’ τραπεζών- όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα άρχισε να παίρνει τη μορφή του τζόγου. Δημιουργήθηκαν προϊόντα και παράγωγά τους όπου κανένας δεν ήξερε ποια τιμή αντιστοιχεί σε τι και από τι πραγματικά επηρεάζεται η άνοδος ή η πτώση της στο χρηματιστήριο. Η εύκολη απόκτηση χρηματιστηριακών κερδών και η γρήγορη άντληση κεφαλαίων έγινε δυστυχώς συνήθεια».

Κάπως έτσι οι αγορές και τα ‘ελαττωματικά’ προϊόντα τους απέκτησαν ένα κοινό στοιχείο με τον Β. στην Ομάδα Αυτοθεραπευόμενων Τζογαδόρων - τη συνήθεια. Μόνο που αυτός την έμαθε από «την ανάποδη»˙ και τώρα, σε καλύτερο δρόμο, προσπαθεί για τη δική του επανάσταση. J!

--ΔΥΟ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ--

Γιάνης Βαρουφάκης, καθηγητής οικονομικών

Ο καθηγητής οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης μιλά στο J! για το πώς η κυβέρνηση προσεγγίζει τον τζόγο και θυμάται μια σχετική εμπειρία.

• « Όταν ένα κράτος φορολογεί κάτι που είναι βλαβερό με σκοπό να μειώσει τη χρήση του, αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη αρνητικό˙ στο κάτω-κάτω της γραφής ας πληρώσει, όποιος θέλει να κάνει ‘κακό’ στον εαυτό του. Ωστόσο, όταν το κράτος προσπαθεί να δημιουργήσει τη ζήτηση (όπως κάνει με τα τυχερά παιχνίδια) για κάτι ‘κακό’, με στόχο να κερδίσει, είναι κατάπτυστο –  πλέον δεν είναι κράτος, είναι εχθρός του πολίτη. Είναι π.χ. σαν να προσπαθεί να σε κάνει καπνιστή για να κερδίσει από αυτό. Δημιουργεί κάτι για να το φορολογήσει. Μην ξεχνάμε ότι αυτά τα μηχανάκια και ο τζόγος δεν παράγουν πλούτο – το μόνο που κάνουν είναι να αναδιανέμουν πλούτο. Φεύγουν χρήματα από την τσέπη του ενός (που κατά μέσο όρο τα στερείται) και πάνε στην άλλη, μόνο που στο δρόμο ένα μεγάλο ποσοστό παρακρατείται από μια σκοτεινή εταιρεία και ένα ανάλγητο κράτος. Δηλαδή μιλάμε για μια ‘άνιση’ αναδιανομή. Θέλω βέβαια να ξεκαθαρίσω ότι δεν πιστεύω στην απαγόρευση διότι δημιουργεί ‘μαύρη’ αγορά και άλλες πολλές στρεβλώσεις.».

•  «Όταν πήγα στην Αυστραλία, το 1988, η χώρα είχε μια καταπληκτική σκηνή ροκ και τζαζ. Μάλιστα είχε την πιο ενδιαφέρουσα εναλλακτική σκηνή ροκ (από εκεί είχαν βγει μουσικοί όπως ο Nick Cave κ.α.). Όλες αυτές οι ζυμώσεις διαδραματίζονταν στις pubs - αν όχι κάθε μέρα, κάθε δεύτερη μέρα υπήρχαν λάιβ εμφανίσεις. Μέσα σε τρία χρόνια, με την απελευθέρωση των τυχερών παιχνιδιών, όλες αυτές οι αίθουσες στις οποίες σύχναζε ο μέσος Αυστραλός, καταργήθηκαν ως μουσικοί χώροι. Την σκηνή την αντικατέστησαν τα λεγόμενα poker machines - σαν αυτά τα μηχανήματα που πρόκειται να έρθουν στη χώρα. Σε κάθε αίθουσα μάλιστα υπάρχει και ένα ATM ώστε ο παίκτης να διευκολύνεται στην ανάληψη χρημάτων. Εκεί, λοιπόν, υπήρξε μια πολιτιστική μετάλλαξη -έμεινε μόνο το 5% των μουσικών σκηνών που υπήρχαν- και μια μεγάλη αφαίμαξη εισοδήματος από τα χαμηλά, λαϊκά στρώματα.

Δημήτρης, 54 χρονών, μέλος της Ομάδας Ανώνυμων Αυτοθεραπευόμενων Τζογαδόρων του ΚΕΘΕΑ Άλφα

Ο Δημήτρης ξεκαθάρισε από την αρχή ότι δεν θέλει τα λόγια του να γραφτούν κάπου όπου θα υπάρχει διαφήμιση ή χορηγία με τυχερά παιχνίδια. «Αλλιώς δεν έχει νόημα», μας είπε. Ιδιοκτήτης ταξί, παντρεμένος με δυο παιδιά, είναι στο πρόγραμμα της Ομάδας Ανώνυμων Αυτοθεραπευόμενων Τζογαδόρων του ΚΕΘΕΑ Άλφα. Την ημέρα της συνέντευξης «έκλεινε» 1000 μέρες μακριά από στοιχήματα και «καταραμένα», όπως λέει, παιχνίδια.

•  «Η αλήθεια είναι πως δεν θυμάμαι ακριβώς πότε ξεκίνησα να παίζω. Έχω ξεχάσει… μάλλον γύρω στα 16 με 17.  Λίγο οι δυσκολίες της ζωής, λίγο η φτώχεια, με το βλέμμα στο πως περνάει καλύτερα ο κόσμος, άρχιζα να σκέφτομαι πως μπορώ να βρω τρόπους να κερδίσω χρήματα πιο εύκολα. Δυστυχώς, με δελέασε ο τζόγος, προσπαθούσα να λύσω τα οικονομικά μου προβλήματα παίζοντας συνέχεια. Για να ανταπεξέλθω σε υποχρεώσεις που βάραιναν ολοένα και περισσότερο, ‘ανέπτυξα’ τον εξής εαυτό:  όποιον έβλεπα μπροστά μου προσπαθούσα να τον πείσω να μου δώσει λεφτά για να παίξω. Όταν έπαιζα, δεν αισθανόμουν τίποτα, δεν σκεφτόμουν τίποτα, απλά δεν έβλεπα. Τώρα τελευταία αρχίζω και πάλι να αποκτώ συναισθήματα. Τότε είχα πάντα ένα τεράστιο εκνευρισμό, θυμό, όλοι μου έφταιγαν – πλέον γελάω κάποιες στιγμές ˙ είναι σημαντικό ξέρεις.

•  Αποφάσισα ν’ απεξαρτηθώ την 1η Απριλίου του 2008: είναι η πιο σημαντική μέρα της ζωής μου. Αν και αυτή η μέρα έχει συνδυαστεί με ψέματα, για μένα παραμένει η πιο αληθινή μέρα στη ζωή μου. Επειδή είναι δύσκολο να με καταλάβεις, θέλω με εικόνες να σου περιγράψω τι σημαίνει για μένα το πρόγραμμα: αν υποθέσουμε ότι πέφτω από ένα αεροπλάνο, το πρόγραμμα είναι σαν ένα αλεξίπτωτο που με γλιτώνει˙ σα να βυθίζομαι μ’ ένα καράβι και το πρόγραμμα είναι η σανίδα σωτηρίας μου.

•  Βλέπω ακόμα και στα όνειρά μου ότι υποτροπίασα. Το λέω και το πιστεύω: οποιοδήποτε πισωγύρισμα θα έχει απρόβλεπτες συνέπειες για μένα. Αν κάποιος δεν έχει στόχο να κόψει τον τζόγο, δεν μπορεί να το κάνει. Στην ομάδα λοιπόν αποκτάμε άμυνες, αντιστεκόμαστε, παίρνουμε δύναμη ο ένας από τον άλλον, αλλάζουμε τον τρόπο σκέψης μας. Όταν θ’ ‘αποφοιτήσω’ από την ομάδα (σ.σ: ολοκλήρωση του προγράμματος) φοβάμαι πως θα ξεχάσω το πρόβλημά μου. Εγώ όμως θέλω να θυμάμαι ότι είχα σχέση μ’ αυτά τα καταραμένα παιχνίδια και όχι τυχερά όπως τα έχουν βαφτίσει. Είναι κάτι που πλέον δεν το ξεχνάς, απλά ζεις μαζί του. Πρέπει να παραδεχτείς ότι από τον τζόγο φεύγεις ηττημένος. Οι μόνοι τζογαδόροι που κερδίζουν από αυτά τα παιχνίδια είναι αυτοί που τα διοργανώνουν.

•  Με αφορμή την οικονομική κρίση που υπάρχει στη χώρα θέλω να σου πω ότι αν η κυβέρνηση ποντάρει στην απελπισία του κόσμου, να του πάρει ακόμα και τα λίγα ευρώ που πάνε για να θρέψει τα παιδιά του, η κοινωνία θα γίνει πολύ χειρότερη. Τι άλλο δηλαδή μπορεί να γίνει; Άνθρωποι έχουν χάσει περιουσίες, έχουν διαλύσει οικογένειες. Κάνε μια βόλτα σε πρακτορεία του ΟΠΑΠ: θα δεις ότι οι 8 στους 10 είναι καθημερινοί θαμώνες  - πολλοί μάλιστα παίζουν σε ώρες εργασίας.

•  Όταν κάποιοι στο ταξί μου μιλούν για στοιχήματα, παιχνίδια κλπ τους δίνω αμέσως το τηλέφωνο της ομάδας απεξάρτησης για να γλιτώσουν. Ορισμένοι από τις παρέες μου με τους οποίους έχω ακόμα επαφή έχουν σεβαστεί το γεγονός ότι δεν θέλω να λέω κουβέντα για την εξάρτησή μου από τον τζόγο. Η αλήθεια είναι ότι κανένας δεν μου λέει τίποτα, ντρέπονται και οι ίδιοι.

•  Είναι ανεκτίμητη η προσφορά των ανθρώπων της ομάδας του ΚΕΘΕΑ. Το ευχάριστο είναι ότι στην ομάδα βρίσκονται νέα παιδιά, με την έννοια ότι έχουν καταλάβει από νωρίς το πρόβλημά τους. Για μένα και γι’ αυτούς η απεξάρτηση είναι στόχος ζωής, δεν το βάζουμε κάτω. J!