Τον τελευταίο περίπου ενάμιση μήνα, με αποκορύφωμα το διήμερο της 28ης και 29ης Ιουνίου, οι δυναμικές κινητοποιήσεις για τα κυβερνητικά οικονομικά μέτρα που εκφράστηκαν κυρίως από τους Έλληνες «indignados» αλλά και από άλλες ομάδες ή στοιχεία του αριστερού, του αναρχικού και του αντιεξουσιαστικού γενικότερα χώρου, οδήγησαν σε πρωτοφανείς για τα μεταπολιτευτικά χρονικά συγκρούσεις με τις δυνάμεις τις αστυνομίας. Οι συγκρούσεις αυτές βιώθηκαν και ιδώθηκαν ως πρωτοφανείς από μια σειρά ‘φορέων’ πληροφόρησης: από τα «παραδοσιακά» media, από εναλλακτικά διαδικτυακά «κανάλια» καταγραφής και ενημέρωσης, από εκατοντάδες μεμονωμένα άτομα ή συλλογικότητες, από bloggers, από κοινωνικές ή ανθρωπιστικές οργανώσεις, ακόμη και από τις ίδιες τις αστυνομικές ενώσεις.
«Ήταν μια ιστορική στιγμή, όχι γιατί δεν έχουν ξανασυμβεί άλλες κινητοποιήσεις αλλά γιατί σ΄ αυτήν την περίπτωση υπήρχε κόσμος που κατέβηκε αυθόρμητα στο δρόμο, έξω από κομματικές ιδεολογίες. Είδαμε ένα πρωτότυπο χειραφέτησης διότι μέχρι τις συγκρούσεις, όλες οι διαμαρτυρίες γίνονταν με αξιοπρέπεια, ειρηνικά», λέει ο Νίκος Φακιολάς, κοινωνιολόγος – διευθυντής ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, και εξηγεί: «η βία που ασκήθηκε είχε σκοπό τη διάλυση της ειρηνικότητας του κινήματος που αναπτύχθηκε και είναι αλήθεια πως υπήρξαν οι προϋποθέσεις για την αστυνομική καταστολή: η διάρκεια όλης αυτής της διαμαρτυρίας των ‘αγανακτισμένων’ φόβισε τους πολιτικούς ή, αν θέλετε, τους εξουσιαστές».
Η αστυνομική βία και ο τρόπος με τον οποίο εκτυλίχθηκε το διήμερο της 28ης και 29ης Ιουνίου μπορεί να οδηγήσει σε πολλαπλές ερμηνείες για τους συμβολισμούς αλλά για τους απώτερους στόχους της. Ωστόσο, λίγοι θα μπορούσαν ν’ αρνηθούν ότι η «νομιμότητά» της (όπως, έστω, αντλείται από την τήρηση του νόμου εκ μέρους μιας δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης) έπαψε να ισχύει σε πολλές περιπτώσεις. Ο Διονύσης Γουσέτης έλεγε τον Φεβρουάριο του 2011 ότι όταν η παραπάνω προϋπόθεση αλλοιώνεται τότε η αστυνομική βία εκτρέπεται σε πολιτική βία: «Υπεύθυνη γι’ αυτή την εκτροπή συνήθως δεν είναι η ίδια η αστυνομία, αλλά οι πολιτικοί της προϊστάμενοι, δηλαδή η κυβέρνηση», ανέφερε, ενώ σε άλλο σημείο εξηγούσε ότι σε περιπτώσεις παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας (παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, νομοθεσίας κλτ) η ευθύνη μοιράζεται μεταξύ πολιτικών, διοικητικών προϊσταμένων και κάθε αστυνομικού υπαλλήλου.
Αποδείξεις πέραν πάσης υποψίας
Όπως και να’ χει, τα βιώματα της υψηλής σε κλίμακα βίας εκείνων των ημερών συνοδεύτηκαν από μια «έκρηξη» καταγραφής περιστατικών και παράλληλων διαμαρτυριών-καταγγελιών που αφορούσαν τη χρήση υπερβολικής βίας, αδιάκριτης χρήσης δακρυγόνων και άλλων χημικών ουσιών «εναντίον ειρηνικών στην μεγάλη τους πλειονότητα διαδηλωτών», όπως σχολίασε η Διεθνής Αμνηστία. Άφθονο υλικό με βίντεο, φωτογραφίες και συνεντεύξεις ανέδειξε πολλές περιπτώσεις παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων ενώ οδήγησε και στη μηνυτήρια αναφορά του Α. Τσίπρα προς τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για διερεύνηση, μεταξύ άλλων, «ποινικών αδικημάτων από αστυνομικούς υπαλλήλους υπό τις εντολές των ανωτέρων τους…». Την ίδια στιγμή, η προϊσταμένη της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ελένη Ράικου διέταξε κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση για τη ρίψη χημικών στο Σύνταγμα, μετά από τις καταγγελίες του προέδρου του Φαρμακευτικού Συλλόγου Αττικής κ. Κωνσταντίνου Λουράντου.
Πέρα από αυτές τις παρεμβάσεις όμως, υπάρχει σωρεία μεμονωμένων περιπτώσεων που έχουν πάρει τον δρόμο των δικαστηρίων ενώ δεκάδες άλλες έχουν αποσιωπηθεί
ή προτιμηθεί να μην πάρουν περαιτέρω προεκτάσεις. Υπήρξαν προσαγωγές και συλλήψεις ανθρώπων με πρωτοφανή, όπως δήλωσαν ορισμένοι νομικοί, στοιχεία επί των διαδικασιών: για πρώτη φορά υπήρξε πλαστογράφηση από την αστυνομία σε βάρος διαδηλωτή -από πλημμέλημα ο συλληφθείς βρέθηκε την επομένη να κατηγορείται για κακούργημα-, ενώ για πρώτη φορά επιβλήθηκε εγγύηση 70.000 ευρώ σε διαδηλωτή που κατηγορείται για κακούργημα. Το παζλ της αστυνομικής βίας συντίθεται και από την προκληθείσα αναπηρία του δημοσιογράφου Μανώλη Κυπραίου ενώ δεν λείπουν και μαρτυρίες που κάνουν λόγο για εγκατάλειψη ξυλοκοπημένων συλληφθέντων στη μοίρα τους. Ο κατάλογος είναι ατέλειωτος.
Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, αξίζει να σημειωθεί πως ένα από τα κυρίαρχα στοιχεία όσων υποθέσεων δημοσιοποιήθηκαν ήταν η συνεργατικότητα των παρατηρητών - συμμετεχόντων στις διαδηλώσεις. Μια αναδύουσα αλληλεγγύη που απέδειξε ότι τα γεγονότα επηρέασαν αξιακά (και) τους απόντες από τον φυσικό χώρο του Συντάγματος. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Γιώργου Μαργαρίτη, υποψήφιου για διδακτορικό φοιτητή στα Ιωάννινα, ο οποίος αν και χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα, δημιούργησε ένα κοινόχρηστο διαδικτυακό έγγραφο ζητώντας την συγκέντρωση υλικού με περιστατικά αστυνομικής αυθαιρεσίας. Το έγγραφο αυτό έχει ήδη σταλεί στον Συνήγορο του Πολίτη ο οποίος αν και δεν παρενέβη νωρίτερα αυτεπαγγέλτως και κατ’ εξαίρεση (διότι ενεργοποιείται έπειτα από ικανό αριθμό αναφορών από πολίτες) , εξετάζει ενδεχόμενες παραβιάσεις ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων.
«Θα γίνει έρευνα, δεν θα γίνει»;
Και ενώ το ‘αυτεπάγγελτο’ των νομικών και πολιτικών διαδικασιών ακολουθεί τους δικούς του κανόνες όσον αφορά τη διερεύνηση αδικημάτων, η συνείδηση όσων ήταν μάρτυρες των επεισοδίων φαίνεται ότι διαμορφώνεται με διαφορετικούς όρους. Εντός και εκτός ψηφιακών δικτύων πολλοί αναρωτήθηκαν γιατί δεν ειπώθηκε κάποια «συγγνώμη» από την πολιτική ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ ή γιατί, για άλλη μια φορά, το «μαχαίρι» αστόχησε και δεν έφτασε στο κόκκαλο. Όσο για τις καταδίκες των περιστατικών αυθαιρεσίας, ακούγονται μάλλον σαν ευχολόγια. Η ίδια η συμπεριφορά της ΕΛ.ΑΣ. μοιάζει να «προεξοφλεί» την «αυτοκάθαρσή» της.
Πως αλλιώς μπορεί να εξηγήσει κανείς την προχειρότητα (και την αδιαφορία που αυτή υπονοεί) με την οποία το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη απάντησε στην ερώτησή του J! για το «αν η ΕΛ.ΑΣ. θα προβεί σε διερεύνηση τυχόν επιχειρησιακών ευθυνών σε κάθε επίπεδο, από το υλικό που είναι προσβάσιμο στο Διαδίκτυο».
«Σε ό,τι αφορά την εν γένει αστυνομική ανταπόκριση στα επεισόδια της 28 και 29 Ιούνη 2011 έχει ήδη, αυτεπαγγέλτως, διαταχθεί η διεξαγωγή διοικητικής έρευνας», αναφέρει αυτολεξεί η απάντηση του υπουργείου.
Ωστόσο, επειδή τίποτα σχετικό δεν είχε ανακοινωθεί επίσημα, είτε μέσου του Τύπου είτε στον επίσημο λογαριασμό της αστυνομίας στο Twitter, ζητήσαμε περισσότερες διευκρινίσεις. Εκπρόσωπος του υπουργείου απάντησε (με την επιφύλαξη ότι θα επανέλθει, αφού ρωτήσει αρμοδίως) ότι η 'διοικητική έρευνα' δε σημαίνει ότι μπορεί να οδηγήσει σε ΕΔΕ (ένορκη διοικητική εξέταση).
Λίγο αργότερα, η επίσημη, πλέον, ενημέρωση διευκρινίζει ότι τελικά πρόκειται για ΕΔΕ, τα αποτελέσματα της οποίας θα ανακοινωθούν με Δελτίο Τύπου…
Χρήστος Σύλλας - This e-mail address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it